μικροομολογιούχος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η μικροομολογιούχος οι μικροομολογιούχοι
      γενική του/της μικροομολογιούχου των μικροομολογιούχων
    αιτιατική τον/τη μικροομολογιούχο τους/τις μικροομολογιούχους
     κλητική μικροομολογιούχε μικροομολογιούχοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μικροομολογιούχος < μικρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μικρο- (νέα ελληνικά) + ομολογιούχοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούχος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχυοιγολομοορκιμ

μικροομολογιούχος αρσενικό ή θηλυκό

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοχυοιγολομοορκιμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούχος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μικρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)