μικροτεχνίτης

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μικροτεχνίτης οι μικροτεχνίτες
      γενική του μικροτεχνίτη των μικροτεχνιτών
    αιτιατική τον μικροτεχνίτη τους μικροτεχνίτες
     κλητική μικροτεχνίτη μικροτεχνίτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μικροτεχνίτης < μικροτεχνία + -τηςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -της (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητινχετορκιμ

μικροτεχνίτης αρσενικό (θηλυκό μικροτεχνίτρια)

  1. αυτός που κατασκευάζει μικροτεχνήματα
  2. (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) τεχνίτης μικρής αξίας ή όχι και τόσο σπουδαίων έργων

Άλλες μορφές

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητινχετορκιμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -της (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)