μικροχρηματοδότηση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | μικροχρηματοδότηση | οι | μικροχρηματοδοτήσεις |
| γενική | της | μικροχρηματοδότησης* | των | μικροχρηματοδοτήσεων |
| αιτιατική | τη | μικροχρηματοδότηση | τις | μικροχρηματοδοτήσεις |
| κλητική | μικροχρηματοδότηση | μικροχρηματοδοτήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, μικροχρηματοδοτήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- μικροχρηματοδότηση < μικρο- + χρηματοδότηση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) microfinance)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησητοδοταμηρχορκιμ
μικροχρηματοδότηση θηλυκό
- (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) (οικονομία)Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά) η χρηματοδότηση με (σχετικά) μικρά ποσά επιχειρήσεων ή επιχειρηματιών, για την ανάπτυξη της επιχείρησής τους
- Η μικροχρηματοδότηση (microfinance, όπως είναι πιο γνωστή ως όρος) συναντάται πρώτη φορά ως πρακτική φορέων στα τέλη της δεκαετίας του '80, συνήθως σε χώρες που αντιμετωπίζουν οικονομικές κρίσεις και η πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό είναι περιορισμένη. Επί της ουσίας, βοηθάει τους επιχειρηματίες είτε να εκσυγχρονίσουν την επιχείρησή τους είτε να βρουν κάποιο κεφάλαιο για να αναπτύξουν μια ιδέα που έχουν. (*)
Μεταφράσεις
μικροχρηματοδότηση
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)