μιξοβάρβαρος

Αρχαία ελληνικά (grc)

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ μιξοβάρβαρος τὸ μιξοβάρβαρον οἱ, αἱ μιξοβάρβαροι τὰ μιξοβάρβαρα
Γενική τοῦ, τῆς μιξοβαρβάρου τοῦ μιξοβαρβάρου τῶν μιξοβαρβάρων τῶν μιξοβαρβάρων
Δοτική τῷ, τῇ μιξοβαρβάρῳ τῷ μιξοβαρβάρῳ τοῖς, ταῖς μιξοβαρβάροις τοῖς μιξοβαρβάροις
Αιτιατική τὸν, τὴν μιξοβάρβαρον τὸ μιξοβάρβαρον τοὺς, τὰς μιξοβαρβάρους τὰ μιξοβάρβαρα
Κλητική μιξοβάρβαρε μιξοβάρβαρον μιξοβάρβαροι μιξοβάρβαρα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική μιξοβαρβάρω
Γενική-Δοτική μιξοβαρβάροιν

Ετυμολογία

μιξοβάρβαρος < μίξις + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (αρχαία ελληνικά) + βάρβαρος

ΕπίθετοΚατηγορία:Αρχαία ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)#σοραβραβοξιμ

μιξοβάρβαρος ή μειξοβάρβαρος

  1. κατά το ήμισυ βάρβαρος και κατά το ήμισυ Έλληνας
  2. που μιλά Ελληνικά αναμειγμένα με βαρβαρική γλώσσα

Αναφορές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αρχαία ελληνικά Κατηγορία:Επίθετα (αρχαία ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (αρχαία ελληνικά)