μονοαμινεργικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- μονοαμινεργικός < αγγλική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) monoaminergic < monoamine + -ergic, Μορφολογικά αναλύεται σε μονοαμίν(η) + -εργικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -εργικός (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγρενιμαονομ
μονοαμινεργικός, -ή, -ό
- (φαρμακευτική)Κατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά) που έχει τη λειτουργία της μονοαμίνης
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Η ρισπεριδόνη είναι ένας εκλεκτικός μονοαμινεργικός ανταγωνιστής με μοναδικές ιδιότητες (Okedi, INN-risperidone, Παράρτημα Ι, Περίληψη των χαρακτηριστικών του προϊόντος, )
Μεταφράσεις
μονοαμινεργικός
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -εργικός (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φαρμακευτική (νέα ελληνικά)