μονοπαλλόμενο σύμφωνο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μονοπαλλόμενο σύμφωνο τα μονοπαλλόμενα σύμφωνα
      γενική του μονοπαλλομένου συμφώνου
μονοπαλλόμενου συμφώνου
των μονοπαλλομένων συμφώνων
μονοπαλλόμενων συμφώνων
    αιτιατική το μονοπαλλόμενο σύμφωνο τα μονοπαλλόμενα σύμφωνα
     κλητική μονοπαλλόμενο σύμφωνο μονοπαλλόμενα σύμφωνα
Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μονοπαλλόμενο σύμφωνο  δείτε τις λέξεις μονοπαλλόμενος και σύμφωνο, κατ᾿ αντιδιαστολή προς το (πολυ)παλλόμενο σύμφωνο

Προφορά

ΔΦΑ : /mo.no.paˈlo.me.no ˈsiɱ.fo.no/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφμυσονεμολλαπονομ

μονοπαλλόμενο σύμφωνο ουδέτερο

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)