μονοπαλλόμενο σύμφωνο
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | μονοπαλλόμενο σύμφωνο | τα | μονοπαλλόμενα σύμφωνα |
| γενική | του | μονοπαλλομένου συμφώνου μονοπαλλόμενου συμφώνου |
των | μονοπαλλομένων συμφώνων μονοπαλλόμενων συμφώνων |
| αιτιατική | το | μονοπαλλόμενο σύμφωνο | τα | μονοπαλλόμενα σύμφωνα |
| κλητική | μονοπαλλόμενο σύμφωνο | μονοπαλλόμενα σύμφωνα | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- μονοπαλλόμενο σύμφωνο → δείτε τις λέξεις μονοπαλλόμενος και σύμφωνο, κατ᾿ αντιδιαστολή προς το (πολυ)παλλόμενο σύμφωνο
Προφορά
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονωφμυσονεμολλαπονομ
μονοπαλλόμενο σύμφωνο ουδέτερο
- (φωνητικήΚατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)) σύμφωνο που ταξινομείται ως μονοπαλλόμενο ως προς τον τρόπο άρθρωσής του, καθώς χαρακτηρίζεται από μία μόνο παλμική κίνηση
Στην κοινή νεοελληνική υπάρχει ένα μονοπαλλόμενο σύμφωνο, το ηχηρό φατνιακό μονοπαλλόμενο [ɾ]. Μερικές φορές, ακούμε σε ορισμένους συνδυασμούς φθόγγων ή από κάποιους ομιλητές, και το πολυπαλλόμενο [r] (όπως το ισπανικό).- ≈ συνώνυμα: μονοπαλλόμενο
- ≠ αντώνυμα: πολυπαλλόμενο σύμφωνο
- > υπερώνυμα: παλλόμενο σύμφωνο
Δείτε επίσης
Είδη συμφώνων
| στην φωνητική |
|---|
| άηχο σύμφωνο • ανακεκαμμένο σύμφωνο • διχειλικό σύμφωνο • ένηχο σύμφωνο • ηχηρό σύμφωνο • κεντρικό σύμφωνο • κλειστό σύμφωνο • μη πνευμονικό σύμφωνο • μονοπαλλόμενο σύμφωνο • παλλόμενο σύμφωνο • πλευρικό σύμφωνο • πλευρικό προσεγγιστικό σύμφωνο • πνευμονικό σύμφωνο • προσεγγιστικό σύμφωνο • πολυπαλλόμενο σύμφωνο • προστριβόμενο σύμφωνο • ρινικό/έρρινο σύμφωνο • στοματικό σύμφωνο • τριβόμενο σύμφωνο • υπερωικό σύμφωνο • φατνιακό σύμφωνο • φρακτικό σύμφωνο • χειλοδοντικό σύμφωνο |
| στην φωνητική και στην ελληνική γραμματική |
| διπλό σύμφωνο • οδοντικό σύμφωνο • ουρανικό σύμφωνο • υγρό σύμφωνο • χειλικό σύμφωνο |
| στην ελληνική γραμματική |
| άφωνο σύμφωνο, δασύ(πνοο) σύμφωνο, συριστικό σύμφωνο, ψιλό(πνοο) σύμφωνο |
| → δείτε και τον όρο ημίφωνο |
Μεταφράσεις
μονοπαλλόμενο σύμφωνο
Πηγές
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση ουδέτερων πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Φωνητική (νέα ελληνικά)