μονοπαραγωγικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μονοπαραγωγικός η μονοπαραγωγική το μονοπαραγωγικό
      γενική του μονοπαραγωγικού της μονοπαραγωγικής του μονοπαραγωγικού
    αιτιατική τον μονοπαραγωγικό τη μονοπαραγωγική το μονοπαραγωγικό
     κλητική μονοπαραγωγικέ μονοπαραγωγική μονοπαραγωγικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μονοπαραγωγικοί οι μονοπαραγωγικές τα μονοπαραγωγικά
      γενική των μονοπαραγωγικών των μονοπαραγωγικών των μονοπαραγωγικών
    αιτιατική τους μονοπαραγωγικούς τις μονοπαραγωγικές τα μονοπαραγωγικά
     κλητική μονοπαραγωγικοί μονοπαραγωγικές μονοπαραγωγικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μονοπαραγωγικός < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγωγαραπονομ

μονοπαραγωγικός

  • αυτός που επικεντρώνεται σε ένα παραγώμενο προϊόν
    το πρότυπο της σταφιδικής οικονομίας ήταν ένα παράδειγμα μονοπαραγωγικής οικονομίας ευάλωτο στις διεθνείς διακυμάνσεις της ζήτησης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγωγαραπονομ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά