μονοπαραγωγικός
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- μονοπαραγωγικός < → λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγωγαραπονομ
μονοπαραγωγικός
- αυτός που επικεντρώνεται σε ένα παραγώμενο προϊόν
- το πρότυπο της σταφιδικής οικονομίας ήταν ένα παράδειγμα μονοπαραγωγικής οικονομίας ευάλωτο στις διεθνείς διακυμάνσεις της ζήτησης
Μεταφράσεις
μονοπαραγωγικός
|
|