μονοφθοριούχος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοχυοιροθφονομ
μονοφθοριούχος, -α, -ο
- (χημεία)Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά) που αφορά χημική ένωση που περιέχει ένα μόνο άτομο φθορίου ενωμένο με άλλο στοιχείο ή ρίζα
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)Το διοξείδιο του θείου και το χλωριούχο θειονύλιο είναι υγρά υλικά καθόδου. Περισσότερες ποικιλίες συσσωρευτών λιθίου στερεάς καθόδου αναπτύχθηκαν κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 και του 1970. Μεταξύ αυτών ήταν (και αυτό δεν αποτελεί όλο τον κατάλογο) το οξείδιο του χαλκού, το σουλφίδιο του χαλκού, το δισουλφίδιο του σιδήρου, ο χρωµικός άργυρος, το πεντοξείδιο του βαναδίου, το διοξείδιο του μαγγανίου, και ο μονοφθοριούχος άνθρακα. (*)
Συγγενικά
Μεταφράσεις
μονοφθοριούχος
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'ωραίος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ούχος (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα μονο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Χημεία (νέα ελληνικά)