μοριοδοτούμαι
Νέα ελληνικά (el)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
μοριοδοτούμαι
- παθητική φωνή του ρήματος μοριοδοτώ
Κλίση
Παθητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | μοριοδοτούμαι | μοριοδοτούμουν | θα μοριοδοτούμαι | να μοριοδοτούμαι | ||
| β' ενικ. | μοριοδοτείσαι | μοριοδοτούσουν | θα μοριοδοτείσαι | να μοριοδοτείσαι | ||
| γ' ενικ. | μοριοδοτείται | μοριοδοτούνταν | θα μοριοδοτείται | να μοριοδοτείται | ||
| α' πληθ. | μοριοδοτούμαστε | μοριοδοτούμασταν μοριοδοτούμαστε |
θα μοριοδοτούμαστε | να μοριοδοτούμαστε | ||
| β' πληθ. | μοριοδοτείστε | μοριοδοτούσασταν μοριοδοτούσαστε |
θα μοριοδοτείστε | να μοριοδοτείστε | μοριοδοτείστε | |
| γ' πληθ. | μοριοδοτούνται | μοριοδοτούνταν | θα μοριοδοτούνται | να μοριοδοτούνται | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | μοριοδοτήθηκα | θα μοριοδοτηθώ | να μοριοδοτηθώ | μοριοδοτηθεί | ||
| β' ενικ. | μοριοδοτήθηκες | θα μοριοδοτηθείς | να μοριοδοτηθείς | μοριοδοτήσου | ||
| γ' ενικ. | μοριοδοτήθηκε | θα μοριοδοτηθεί | να μοριοδοτηθεί | |||
| α' πληθ. | μοριοδοτηθήκαμε | θα μοριοδοτηθούμε | να μοριοδοτηθούμε | |||
| β' πληθ. | μοριοδοτηθήκατε | θα μοριοδοτηθείτε | να μοριοδοτηθείτε | μοριοδοτηθείτε | ||
| γ' πληθ. | μοριοδοτήθηκαν μοριοδοτηθήκαν(ε) |
θα μοριοδοτηθούν(ε) | να μοριοδοτηθούν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | έχω μοριοδοτηθεί | είχα μοριοδοτηθεί | θα έχω μοριοδοτηθεί | να έχω μοριοδοτηθεί | μοριοδοτημένος | |
| β' ενικ. | έχεις μοριοδοτηθεί | είχες μοριοδοτηθεί | θα έχεις μοριοδοτηθεί | να έχεις μοριοδοτηθεί | ||
| γ' ενικ. | έχει μοριοδοτηθεί | είχε μοριοδοτηθεί | θα έχει μοριοδοτηθεί | να έχει μοριοδοτηθεί | ||
| α' πληθ. | έχουμε μοριοδοτηθεί | είχαμε μοριοδοτηθεί | θα έχουμε μοριοδοτηθεί | να έχουμε μοριοδοτηθεί | ||
| β' πληθ. | έχετε μοριοδοτηθεί | είχατε μοριοδοτηθεί | θα έχετε μοριοδοτηθεί | να έχετε μοριοδοτηθεί | ||
| γ' πληθ. | έχουν μοριοδοτηθεί | είχαν μοριοδοτηθεί | θα έχουν μοριοδοτηθεί | να έχουν μοριοδοτηθεί | ||
Μεταφράσεις
μοριοδοτούμαι
|
|