μοσχαροκεφαλή

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μοσχαροκεφαλή οι μοσχαροκεφαλές
      γενική της μοσχαροκεφαλής των μοσχαροκεφαλών
    αιτιατική τη μοσχαροκεφαλή τις μοσχαροκεφαλές
     κλητική μοσχαροκεφαλή μοσχαροκεφαλές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μοσχαροκεφαλή < μοσχάρι + κεφαλή

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηλαφεκοραχσομ

μοσχαροκεφαλή θηλυκό

  • το κεφάλι του μοσχαριού

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηλαφεκοραχσομ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)