μοτοσικλετόδρομος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μοτοσικλετόδρομος οι μοτοσικλετόδρομοι
      γενική του μοτοσικλετόδρομου των μοτοσικλετόδρομων
    αιτιατική τον μοτοσικλετόδρομο τους μοτοσικλετόδρομους
     κλητική μοτοσικλετόδρομε μοτοσικλετόδρομοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αντίλαλος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μοτοσικλετόδρομος < μοτοσικλέτ(α) + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + -δρομοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -δρομος (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σομορδοτελκισοτομ

μοτοσικλετόδρομος αρσενικό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σομορδοτελκισοτομ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -δρομος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αντίλαλος' (νέα ελληνικά)