μουστακογλάρονο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μουστακογλάρονο τα μουστακογλάρονα
      γενική του μουστακογλάρονου των μουστακογλάρονων
    αιτιατική το μουστακογλάρονο τα μουστακογλάρονα
     κλητική μουστακογλάρονο μουστακογλάρονα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μουστακογλάρονο < μουστάκ(ι) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + γλαρόν(ι) + -οΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ονοραλγοκατσυομ

μουστακογλάρονο ουδέτερο

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ονοραλγοκατσυομ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Πτηνά (νέα ελληνικά)