μπακαλοτέφτερο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μπακαλοτέφτερο τα μπακαλοτέφτερα
      γενική του μπακαλοτέφτερου των μπακαλοτέφτερων
    αιτιατική το μπακαλοτέφτερο τα μπακαλοτέφτερα
     κλητική μπακαλοτέφτερο μπακαλοτέφτερα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μπακαλοτέφτερο < μπακάλ(ης) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + τεφτέρ(ι) + -οΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά)[1]

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορετφετολακαπμ

μπακαλοτέφτερο ουδέτερο

Μεταφράσεις

Αναφορές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ορετφετολακαπμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)