μπακαλοτέφτερο
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ορετφετολακαπμ
μπακαλοτέφτερο ουδέτερο
- (μειωτικό)Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά) πρόχειρο σημειωματάριο ή τετράδιο που είναι τσαλακωμένο, βρώμικο ή λιγδιασμένο· (κυριολεκτικά) το τεφτέρι του μπακάλη, όπου καταχωρίζει τα έσοδα και τα έξοδά του, καθώς και τα βερεσέδια (→ δείτε τη λέξη βερεσέ) των πελατών
Μεταφράσεις
μπακαλοτέφτερο
|
|
Αναφορές
- ↑ μπακαλοτέφτερο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ο (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Μειωτικοί όροι (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)