μπερδεψοδουλειά

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπερδεψοδουλειά οι μπερδεψοδουλειές
      γενική της μπερδεψοδουλειάς των μπερδεψοδουλειών
    αιτιατική την μπερδεψοδουλειά τις μπερδεψοδουλειές
     κλητική μπερδεψοδουλειά μπερδεψοδουλειές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μπερδεψοδουλειά < μπέρδεμα + δουλειά

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αιελυοδοψεδρεπμ

μπερδεψοδουλειά θηλυκό

  1. μπερδεμένη δουλειά
  2. ύποπτη επιχείρηση, κατ΄ επέκταση η παρανομία

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#αιελυοδοψεδρεπμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδιά' (νέα ελληνικά)