μποντιμπιλντεράς

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μποντιμπιλντεράς οι μποντιμπιλντεράδες
      γενική του μποντιμπιλντερά των μποντιμπιλντεράδων
    αιτιατική τον μποντιμπιλντερά τους μποντιμπιλντεράδες
     κλητική μποντιμπιλντερά μποντιμπιλντεράδες
Κατηγορία όπως «ψαράς» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψαράς' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μποντιμπιλντεράς < (άμεσο δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) bodybuilder + -άς

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σαρετνλιπμιτνοπμ

μποντιμπιλντεράς αρσενικό

  • αυτός που συντηρεί υπερτροφικούς μύες

Συνώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σαρετνλιπμιτνοπμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψαράς' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)