μπουγατσοτυρόπιτα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μπουγατσοτυρόπιτα οι μπουγατσοτυρόπιτες
      γενική της μπουγατσοτυρόπιτας των (μπουγατσοτυροπιτών)
    αιτιατική την μπουγατσοτυρόπιτα τις μπουγατσοτυρόπιτες
     κλητική μπουγατσοτυρόπιτα μπουγατσοτυρόπιτες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μπουγατσοτυρόπιτα < μπουγάτσ(α) + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + πίταΚατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'πίτα' (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατιπορυτοσταγυοπμ

μπουγατσοτυρόπιτα θηλυκό

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με συνθετικό 'πίτα' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'θάλασσα' με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)