μπουμπουκιάζω

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

μπουμπουκιάζω < μπουμπούκι + -ιάζωΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιάζω (νέα ελληνικά)

ΡήμαΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωζαικυοπμυοπμ

μπουμπουκιάζω

  1. (κυριολεκτικά, βοτανικήΚατηγορία:Βοτανική (νέα ελληνικά)) βγάζω μπουμπούκια
  2. (μεταφορικά)Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) ακμάζω, θάλλω

Κλίση

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ωζαικυοπμυοπμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βοτανική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ιάζω (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ρήματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)