μυριγγοπλαστική

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μυριγγοπλαστική οι μυριγγοπλαστικές
      γενική της μυριγγοπλαστικής των μυριγγοπλαστικών
    αιτιατική τη μυριγγοπλαστική τις μυριγγοπλαστικές
     κλητική μυριγγοπλαστική μυριγγοπλαστικές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μυριγγοπλαστική < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκιτσαλπογγιρυμ

μυριγγοπλαστική θηλυκό

Δείτε επίσης

Σημειώσεις

  • Ονομάζεται επίσης και τυμπανοπλαστική τύπου 1.

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηκιτσαλπογγιρυμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)