μυρμηγκοφάγος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μυρμηγκοφάγος οι μυρμηγκοφάγοι
      γενική του μυρμηγκοφάγου των μυρμηγκοφάγων
    αιτιατική τον μυρμηγκοφάγο τους μυρμηγκοφάγους
     κλητική μυρμηγκοφάγε μυρμηγκοφάγοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μυρμηγκοφάγος < μυρμήγκ(ι) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + -φάγοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φάγος (νέα ελληνικά), (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) anteater[1]

Προφορά

ΔΦΑ : /miɾ.miŋ.ɡoˈfa.ɣos/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σογαφοκγημρυμ

μυρμηγκοφάγος αρσενικό

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Αναφορές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σογαφοκγημρυμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ζώα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Θηλαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -φάγος (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)