μυρμηγκότρυπα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μυρμηγκότρυπα οι μυρμηγκότρυπες
      γενική της μυρμηγκότρυπας των μυρμηγκότρυπων
    αιτιατική τη μυρμηγκότρυπα τις μυρμηγκότρυπες
     κλητική μυρμηγκότρυπα μυρμηγκότρυπες
Κατηγορία όπως «αρθρίτιδα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

μυρμηγκότρυπα < μυρμήγκ(ι) + -ό-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) + τρύπα

Προφορά

ΔΦΑ : /miɾ.miɲˈɡo.tɾi.pa/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: μυρμηγκότρυπα

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#απυρτοκγημρυμ

μυρμηγκότρυπα θηλυκό

Σύνθετα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#απυρτοκγημρυμ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'αρθρίτιδα' (νέα ελληνικά)