ναυλοσυμφωνητικό

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ναυλοσυμφωνητικό τα ναυλοσυμφωνητικά
      γενική του ναυλοσυμφωνητικού των ναυλοσυμφωνητικών
    αιτιατική το ναυλοσυμφωνητικό τα ναυλοσυμφωνητικά
     κλητική ναυλοσυμφωνητικό ναυλοσυμφωνητικά
Κατηγορία όπως «βουνό» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ναυλοσυμφωνητικό < ναύλος + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + συμφωνητικό

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οκιτηνωφμυσολυαν

ναυλοσυμφωνητικό ουδέτερο

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οκιτηνωφμυσολυαν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βουνό' (νέα ελληνικά)