ναυπηγοεπισκευή

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ναυπηγοεπισκευή οι ναυπηγοεπισκευές
      γενική της ναυπηγοεπισκευής των ναυπηγοεπισκευών
    αιτιατική τη ναυπηγοεπισκευή τις ναυπηγοεπισκευές
     κλητική ναυπηγοεπισκευή ναυπηγοεπισκευές
Κατηγορία όπως «ψυχή» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ναυπηγοεπισκευή < ναυπηγός + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + επισκευή

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηυεκσιπεογηπυαν

ναυπηγοεπισκευή θηλυκό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηυεκσιπεογηπυαν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ναυπηγικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ψυχή' (νέα ελληνικά)