ναυπηγοεπισκευαστικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ναυπηγοεπισκευαστικός η ναυπηγοεπισκευαστική το ναυπηγοεπισκευαστικό
      γενική του ναυπηγοεπισκευαστικού της ναυπηγοεπισκευαστικής του ναυπηγοεπισκευαστικού
    αιτιατική τον ναυπηγοεπισκευαστικό τη ναυπηγοεπισκευαστική το ναυπηγοεπισκευαστικό
     κλητική ναυπηγοεπισκευαστικέ ναυπηγοεπισκευαστική ναυπηγοεπισκευαστικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ναυπηγοεπισκευαστικοί οι ναυπηγοεπισκευαστικές τα ναυπηγοεπισκευαστικά
      γενική των ναυπηγοεπισκευαστικών των ναυπηγοεπισκευαστικών των ναυπηγοεπισκευαστικών
    αιτιατική τους ναυπηγοεπισκευαστικούς τις ναυπηγοεπισκευαστικές τα ναυπηγοεπισκευαστικά
     κλητική ναυπηγοεπισκευαστικοί ναυπηγοεπισκευαστικές ναυπηγοεπισκευαστικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ναυπηγοεπισκευαστικός < ναυπηγός + επισκευαστικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσαυεκσιπεογηπυαν

ναυπηγοεπισκευαστικός, -ή, -ό

  1. που αναφέρεται στη ναυπήγηση και την επισκευή πλοίων
    η ναυπηγοεπισκευαστική ζώνη του Περάματος

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτσαυεκσιπεογηπυαν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά