νεκρογεννημένος

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νεκρογεννημένος η νεκρογεννημένη το νεκρογεννημένο
      γενική του νεκρογεννημένου της νεκρογεννημένης του νεκρογεννημένου
    αιτιατική τον νεκρογεννημένο τη νεκρογεννημένη το νεκρογεννημένο
     κλητική νεκρογεννημένε νεκρογεννημένη νεκρογεννημένο
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νεκρογεννημένοι οι νεκρογεννημένες τα νεκρογεννημένα
      γενική των νεκρογεννημένων των νεκρογεννημένων των νεκρογεννημένων
    αιτιατική τους νεκρογεννημένους τις νεκρογεννημένες τα νεκρογεννημένα
     κλητική νεκρογεννημένοι νεκρογεννημένες νεκρογεννημένα
Κατηγορία όπως «αγαπημένος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

νεκρογεννημένος < νεκρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα νεκρο- (νέα ελληνικά) + γεννημένος

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σονεμηννεγορκεν

νεκρογεννημένος

  • (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) που γεννήθηκε νεκρός, ο θνησιγέννητος, συνήθως αναφερόμενο σε βρέφη, αλλά και μεταφορικά
    Νεκρογεννημένος. Αν ονειρευτείς ότι γεννήθηκε παιδί νεκρό, τότε ... (από Ονειροκρίτη )
    Βγήκε από τα πιεστήρια νεκρογεννημένη , χωρίς να επιτύχει ούτε καν τη διάκριση να προκαλέσει ένα ψίθυρο [ αποδοκιμασίας ) στον κύκλο των ζηλωτών (Νέα Εστία, τεύχος 1126)


Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σονεμηννεγορκεν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα νεκρο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετοχές που κλίνονται όπως το 'αγαπημένος' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά