νεοδογματικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νεοδογματικός η νεοδογματική το νεοδογματικό
      γενική του νεοδογματικού της νεοδογματικής του νεοδογματικού
    αιτιατική τον νεοδογματικό τη νεοδογματική το νεοδογματικό
     κλητική νεοδογματικέ νεοδογματική νεοδογματικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νεοδογματικοί οι νεοδογματικές τα νεοδογματικά
      γενική των νεοδογματικών των νεοδογματικών των νεοδογματικών
    αιτιατική τους νεοδογματικούς τις νεοδογματικές τα νεοδογματικά
     κλητική νεοδογματικοί νεοδογματικές νεοδογματικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

νεοδογματικός < νεο- + δογματικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιταμγοδοεν

νεοδογματικός

  1. που αφορά καινοφανές δόγμα
  2. που αφορά νέο ρεύμα-τάση-παρακλάδι ιδεολογικού φανατισμού

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιταμγοδοεν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά