νεολαιίστικος
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
- νεολαιίστικος < νεολαία + -ίστικοςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίστικος (νέα ελληνικά)
ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτσιιαλοεν
νεολαιίστικος
- που έχει σχέση με τη νεολαία, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτή
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Αλλού, στην Αγγλία ή τη Γαλλία, οι κοινωνιολόγοι γράφουν βιβλία, τα πανεπιστήμια κάνουν έρευνες πάνω στο λεξικό μιας νεολαιίστικης υποκουλτούρας, στα γκραφίτι των τοίχων, στα λόγια των τραγουδιών των Σεξ Πίστολς, στα βεσπάκια των Mods ή στο φαινόμενο του φέις κοντρόλ στα μπαρ (Ταχυδρόμος, τεύχη 49-51, 1991, σελ. 176)
Μεταφράσεις
νεολαιίστικος
|
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'όμορφος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ίστικος (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά