νεροκολοκύθα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η νεροκολοκύθα οι νεροκολοκύθες
      γενική της νεροκολοκύθας των (νεροκολοκυθών)
    αιτιατική τη νεροκολοκύθα τις νεροκολοκύθες
     κλητική νεροκολοκύθα νεροκολοκύθες
Κατηγορία όπως «νότα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νότα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

νεροκολοκύθα < νερο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα νερο- (νέα ελληνικά) + κολοκύθα

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αθυκολοκορεν

νεροκολοκύθα θηλυκό

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα νερο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά με δύσχρηστη γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νότα' (νέα ελληνικά)