νευροψυχίατρος
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο/η | νευροψυχίατρος | οι | νευροψυχίατροι |
| γενική | του/της του |
νευροψυχιάτρου νευροψυχίατρου |
των | νευροψυχιάτρων & νευροψυχίατρων |
| αιτιατική | τον/τη | νευροψυχίατρο | τους/τις τους |
νευροψυχιάτρους νευροψυχίατρους |
| κλητική | νευροψυχίατρε | νευροψυχίατροι | ||
| Ο δεύτερος τύπος της γενικής ενικού και αιτιατικής πληθυντικού, μόνο για το αρσενικό. | ||||
| Κατηγορία όπως «βιομήχανος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- νευροψυχίατρος < λόγιο ενδογενές δάνειο:Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) αγγλική Κατηγορία:Λόγια δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) neuropsychiatrist. Μορφολογικά αναλύεται σε νευρο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα νευρο- (νέα ελληνικά) + ψυχίατρος
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σορταιχυψορυεν
νευροψυχίατρος αρσενικό ή θηλυκό
- (επάγγελμα)Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) ιατρός που έχει ειδικευτεί στην νευροψυχιατρική
Συγγενικά
- νευροψυχιατρική
- νευροψυχιατρικός
- νευροψυχιατρικά/νευροψυχιατρικώς (επίρρημα)
- → και δείτε τις λέξεις νεύρο, ψυχίατρος, ψυχή και ιατρός
Μεταφράσεις
νευροψυχίατρος
Πηγές
- νευροψυχίατρος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σορταιχυψορυεν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα νευρο- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λόγια ενδογενή δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βιομήχανος' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)