νεφοσκοπικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νεφοσκοπικός η νεφοσκοπική το νεφοσκοπικό
      γενική του νεφοσκοπικού της νεφοσκοπικής του νεφοσκοπικού
    αιτιατική τον νεφοσκοπικό τη νεφοσκοπική το νεφοσκοπικό
     κλητική νεφοσκοπικέ νεφοσκοπική νεφοσκοπικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νεφοσκοπικοί οι νεφοσκοπικές τα νεφοσκοπικά
      γενική των νεφοσκοπικών των νεφοσκοπικών των νεφοσκοπικών
    αιτιατική τους νεφοσκοπικούς τις νεφοσκοπικές τα νεφοσκοπικά
     κλητική νεφοσκοπικοί νεφοσκοπικές νεφοσκοπικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

νεφοσκοπικός < νεφοσκόπιο + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιποκσοφεν

νεφοσκοπικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιποκσοφεν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μετεωρολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά