νομισματοπιστωτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο νομισματοπιστωτικός η νομισματοπιστωτική το νομισματοπιστωτικό
      γενική του νομισματοπιστωτικού της νομισματοπιστωτικής του νομισματοπιστωτικού
    αιτιατική τον νομισματοπιστωτικό τη νομισματοπιστωτική το νομισματοπιστωτικό
     κλητική νομισματοπιστωτικέ νομισματοπιστωτική νομισματοπιστωτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι νομισματοπιστωτικοί οι νομισματοπιστωτικές τα νομισματοπιστωτικά
      γενική των νομισματοπιστωτικών των νομισματοπιστωτικών των νομισματοπιστωτικών
    αιτιατική τους νομισματοπιστωτικούς τις νομισματοπιστωτικές τα νομισματοπιστωτικά
     κλητική νομισματοπιστωτικοί νομισματοπιστωτικές νομισματοπιστωτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

νομισματοπιστωτικός < λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτωτσιποταμσιμον

νομισματοπιστωτικός, -ή, -ό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Οικονομία (νέα ελληνικά)