νομοεπιθεωρητής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο νομοεπιθεωρητής οι νομοεπιθεωρητές
      γενική του νομοεπιθεωρητή των νομοεπιθεωρητών
    αιτιατική τον νομοεπιθεωρητή τους νομοεπιθεωρητές
     κλητική νομοεπιθεωρητή νομοεπιθεωρητές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

νομοεπιθεωρητής < νομο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα νομο- (νέα ελληνικά) + επιθεωρητής

Προφορά

ΔΦΑ : /no.mo.e.pi.θe.o.ɾiˈtis/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
τυπογραφικός συλλαβισμός: νομοεπιθεωρητής

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητηρωεθιπεομον

νομοεπιθεωρητής αρσενικό

Συγγενικά

Δείτε επίσης

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητηρωεθιπεομον
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επαγγέλματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα νομο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Παρωχημένοι όροι (νέα ελληνικά)