νταμουζλούκι
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ικυολζυοματν
νταμουζλούκι και νταμαζλούκι ουδέτερο
- αρσενικό ζώο που χρησιμοποιείται για την αναπαραγωγή
Μεταφράσεις
νταμουζλούκι
|
|