ντενεκεδοκρουσία

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ντενεκεδοκρουσία οι ντενεκεδοκρουσίες
      γενική της ντενεκεδοκρουσίας των ντενεκεδοκρουσιών
    αιτιατική την ντενεκεδοκρουσία τις ντενεκεδοκρουσίες
     κλητική ντενεκεδοκρουσία ντενεκεδοκρουσίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ντενεκεδοκρουσία < ντενεκές + -κρουσίαΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -κρουσία (νέα ελληνικά) (< κρούση + -ία)

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#αισυορκοδεκενετν

ντενεκεδοκρουσία θηλυκό (σπάνιο)

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -κρουσία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)