ντιμινουέντο

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

ντιμινουέντο < (άμεσο δάνειο) ιταλική Κατηγορία:Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) diminuendo

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#οτνευονιμιτν

ντιμινουέντο ουδέτερο άκλιτοΚατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Αντώνυμα

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#οτνευονιμιτν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μουσική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)