ντοματοπελτές

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ντοματοπελτές οι ντοματοπελτέδες
      γενική του ντοματοπελτέ των ντοματοπελτέδων
    αιτιατική τον ντοματοπελτέ τους ντοματοπελτέδες
     κλητική ντοματοπελτέ ντοματοπελτέδες
Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καφές' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
ένα κουταλάκι ντοματοπελτές

Ετυμολογία

ντοματοπελτές < ντομάτα + πελτές

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σετλεποταμοτν

ντοματοπελτές αρσενικό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σετλεποταμοτν
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γαστρονομία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καφές' (νέα ελληνικά)