ξένη

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

ξένη < ουσιαστικοποιημένο θηλυκό του επιθέτου ξένος

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηνεξ

ξένη θηλυκό

  1. φιλοξενούμενη, επισκέπτρια
  2. αλλοδαπή

Μεταφράσεις

Κλιτικός τύπος επιθέτουΚατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά)

ξένη

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηνεξ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επέκταση Κατηγορία:Κλιτικοί τύποι επιθέτων (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)