ξεκαρεκλοποδαρώθηκε
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ξεκαρεκλοποδαρώθηκε < → λείπει η ετυμολογίαΚατηγορία:Ελλείπουσες ετυμολογίες (νέα ελληνικά)
Ρηματικός τύποςΚατηγορία:Ρηματικοί τύποι (νέα ελληνικά)
ξεκαρεκλοποδαρώθηκε
- γ' ενικό πρόσωπο, παθητικού αορίστου του ρήματος ξεκαρεκλοποδαριάζομαι
Σημειώσεις
το ρήμα χρησιμοποιείται μόνο σε αυτή τη μορφή και μόνο στο γλωσσοδέτη: "της καρέκλας το ποδάρι ξεκαρεκλοποδαρώθηκε"
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#εκηθωραδοπολκερακεξ