ξεπαρθενευτής

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο ξεπαρθενευτής οι ξεπαρθενευτές
      γενική του ξεπαρθενευτή των ξεπαρθενευτών
    αιτιατική τον ξεπαρθενευτή τους ξεπαρθενευτές
     κλητική ξεπαρθενευτή ξεπαρθενευτές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ξεπαρθενευτής < ξεπαρθενεύω

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σητυενεθραπεξ

ξεπαρθενευτής αρσενικό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σητυενεθραπεξ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ποιητής' (νέα ελληνικά)