ξερολούκουμο

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ξερολούκουμο τα ξερολούκουμα
      γενική του ξερολούκουμου των ξερολούκουμων
    αιτιατική το ξερολούκουμο τα ξερολούκουμα
     κλητική ξερολούκουμο ξερολούκουμα
Κατηγορία όπως «σίδερο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ξερολούκουμο < ξερο-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ξερο- (νέα ελληνικά) + λουκούμ(ι) + -ο

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ομυοκυολορεξ

ξερολούκουμο ουδέτερο

  1. (γλυκό)Κατηγορία:Γλυκά (νέα ελληνικά) είδος λουκουμιού
  2. (μεταφορικάΚατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά), προφορικόΚατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά))  δείτε τη φράση σαν ξερολούκουμο

Εκφράσεις

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ξερο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σίδερο' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Προφορικοί όροι (νέα ελληνικά)