ξυλαποθήκη
Νέα ελληνικά (el)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Ετυμολογία
ξυλαποθήκη < μεσαιωνική ελληνική Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά) ξυλοαποθήκη. Μορφολογικά αναλύεται σε (ξύλο) ξυλ-Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ξυλ- (νέα ελληνικά) + αποθήκη
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ηκηθοπαλυξ
ξυλαποθήκη θηλυκό
- αποθήκη ξύλων, συνήθως σε στεγασμένο χώρο
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα) ἡ ἐπί τοῦ λιμένος ξυλαποθήκη του προμηθεύει πάντας τοὺς βυτοποιοὺς τῆς ̓Ανδεγαυΐας (Εστία, 1876, σελ. 11)
- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Μιά φορά, ἕνα νόμισμα χώθηκε στή χαραμάδα κάτω ἀπό τή σκάλα, στην ξυλαποθήκη. Ἐγὼ ξέχασα νά τό πῶ καί τό θυμήθηκα μόνο ὕστερα ἀπό μερικές μέρες, ὅταν βρῆκα τό εἰκοσαράκι στά ξύλα. (Παρνασσός, τόμος 1, τεύχη 1-8, 1956, σελ. 7)
Μεταφράσεις
ξυλαποθήκη
|
|
Πηγές
- ξυλαποθήκη - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ηκηθοπαλυξ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με πρόθημα ξυλ- (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'νίκη' (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)