ξυλογλυπτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ξυλογλυπτικός η ξυλογλυπτική το ξυλογλυπτικό
      γενική του ξυλογλυπτικού της ξυλογλυπτικής του ξυλογλυπτικού
    αιτιατική τον ξυλογλυπτικό την ξυλογλυπτική το ξυλογλυπτικό
     κλητική ξυλογλυπτικέ ξυλογλυπτική ξυλογλυπτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ξυλογλυπτικοί οι ξυλογλυπτικές τα ξυλογλυπτικά
      γενική των ξυλογλυπτικών των ξυλογλυπτικών των ξυλογλυπτικών
    αιτιατική τους ξυλογλυπτικούς τις ξυλογλυπτικές τα ξυλογλυπτικά
     κλητική ξυλογλυπτικοί ξυλογλυπτικές ξυλογλυπτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ξυλογλυπτικός < ξυλο- + γλυπτικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτπυλγολυξ

ξυλογλυπτικός, -ή, -ό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιτπυλγολυξ
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Τέχνες (νέα ελληνικά)