ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω

Νέα ελληνικά (el)

Ετυμολογία

ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) ὁ ἔχων ὦτα ἀκούειν ἀκουέτω.  δείτε τις λέξεις ο, έχων, ώτα, ακούειν και ακουέτω. Προέρχεται από από αντίστοιχη έκφραση της Καινής Διαθήκης.

ΈκφρασηΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ωτευοκανιευοκαατωνωχεο

ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω

  1. (λόγιο)Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) (κυριολεκτικά) αυτός που έχει αυτιά να ακούσει ας ακούσει
  2. (λόγιοΚατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά), μεταφορικάΚατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)) αυτός που είναι σε θέση να καταλάβει ας καταλάβει, αυτός που έχει τη διάθεση να ακούσει ας ακούσει

Συνώνυμα

Δείτε επίσης

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Εκφράσεις (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)