ογκοκατασταλτικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ογκοκατασταλτικός η ογκοκατασταλτική το ογκοκατασταλτικό
      γενική του ογκοκατασταλτικού της ογκοκατασταλτικής του ογκοκατασταλτικού
    αιτιατική τον ογκοκατασταλτικό την ογκοκατασταλτική το ογκοκατασταλτικό
     κλητική ογκοκατασταλτικέ ογκοκατασταλτική ογκοκατασταλτικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ογκοκατασταλτικοί οι ογκοκατασταλτικές τα ογκοκατασταλτικά
      γενική των ογκοκατασταλτικών των ογκοκατασταλτικών των ογκοκατασταλτικών
    αιτιατική τους ογκοκατασταλτικούς τις ογκοκατασταλτικές τα ογκοκατασταλτικά
     κλητική ογκοκατασταλτικοί ογκοκατασταλτικές ογκοκατασταλτικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ογκοκατασταλτικός (νεολογισμός)Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά) < όγκ(ος) + -ο-Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) + κατασταλτικός

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιτλατσατακοκγο

ογκοκατασταλτικός, -ή, -ό

Συγγενικά

Μεταφράσεις

Πηγές

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Βιολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Νεολογισμοί (νέα ελληνικά)