ογκομετρικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο ογκομετρικός η ογκομετρική το ογκομετρικό
      γενική του ογκομετρικού της ογκομετρικής του ογκομετρικού
    αιτιατική τον ογκομετρικό την ογκομετρική το ογκομετρικό
     κλητική ογκομετρικέ ογκομετρική ογκομετρικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι ογκομετρικοί οι ογκομετρικές τα ογκομετρικά
      γενική των ογκομετρικών των ογκομετρικών των ογκομετρικών
    αιτιατική τους ογκομετρικούς τις ογκομετρικές τα ογκομετρικά
     κλητική ογκομετρικοί ογκομετρικές ογκομετρικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

ογκομετρικός < ογκομετρ(ία) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιρτεμοκγο

ογκομετρικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιρτεμοκγο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Γεωμετρία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Τεχνολογία (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Φυσική (νέα ελληνικά)