οδοντοστοματολογικός

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός      
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο οδοντοστοματολογικός η οδοντοστοματολογική το οδοντοστοματολογικό
      γενική του οδοντοστοματολογικού της οδοντοστοματολογικής του οδοντοστοματολογικού
    αιτιατική τον οδοντοστοματολογικό την οδοντοστοματολογική το οδοντοστοματολογικό
     κλητική οδοντοστοματολογικέ οδοντοστοματολογική οδοντοστοματολογικό
 πτώσεις   πληθυντικός  
γένη  αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι οδοντοστοματολογικοί οι οδοντοστοματολογικές τα οδοντοστοματολογικά
      γενική των οδοντοστοματολογικών των οδοντοστοματολογικών των οδοντοστοματολογικών
    αιτιατική τους οδοντοστοματολογικούς τις οδοντοστοματολογικές τα οδοντοστοματολογικά
     κλητική οδοντοστοματολογικοί οδοντοστοματολογικές οδοντοστοματολογικά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές
Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

οδοντοστοματολογικός < οδοντοστοματολογ(ία) + -ικόςΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά)

ΕπίθετοΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#σοκιγολοταμοτσοτνοδο

οδοντοστοματολογικός, -ή, -ό

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#σοκιγολοταμοτσοτνοδο Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ικός (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με τουλάχιστον 20 γράμματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά