οικουμενικότητα

Νέα ελληνικά (el)

 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η οικουμενικότητα οι οικουμενικότητες
      γενική της οικουμενικότητας των οικουμενικοτήτων
    αιτιατική την οικουμενικότητα τις οικουμενικότητες
     κλητική οικουμενικότητα οικουμενικότητες
Κατηγορία όπως «σάλπιγγα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)

Ετυμολογία

οικουμενικότητα < λόγια λέξη από την (ελληνιστική κοινή) οἰκουμενικός

ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ατητοκινεμυοκιο

οικουμενικότητα θηλυκό (δόκιμο στον ενικό)

  1. η παγκοσμιοποίηση με την έννοια, του παγκόσμιου χαρακτήρα ενός αγαθού, μιας θεωρίας, ενός φαινομένου, μιας αξίας
      Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Το έλλειμμα οικουμενικότητας της νεωτερικής ατομοκεντρικής παράδοσης τορπιλίζει την ιδεολογική της ηγεμονία επί των λοιπών παραδόσεων. (Παράδοση και εκσυγχρονισμός στην Ελλάδα του 21ου αιώνα : εισηγήσεις συνεδρίου, Ταξιδευτές, 2006, σελ. 112)
  2. η αποδοχή της κυβέρνησης από την, θεωρητικά, μεγάλη πλειοψηφία του λαού, όταν αυτή (η κυβέρνηση) σχηματίζεται από πολλά κόμματα και καλύπτει σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα (η λεγόμενη οικουμενική κυβέρνηση)

Μεταφράσεις

Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ατητοκινεμυοκιο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Νέα ελληνικά Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά) Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σάλπιγγα' (νέα ελληνικά)