οινοπνευμάτωση
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | οινοπνευμάτωση | οι | οινοπνευματώσεις |
| γενική | της | οινοπνευμάτωσης* | των | οινοπνευματώσεων |
| αιτιατική | την | οινοπνευμάτωση | τις | οινοπνευματώσεις |
| κλητική | οινοπνευμάτωση | οινοπνευματώσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, οινοπνευματώσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- οινοπνευμάτωση < οινόπνευμα + -ωσηΚατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ωση (νέα ελληνικά)
ΟυσιαστικόΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ησωταμυενπονιο
οινοπνευμάτωση θηλυκό
Μεταφράσεις
οινοπνευμάτωση
|
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ιατρική (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λέξεις με επίθημα -ωση (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δύναμη' (νέα ελληνικά)