ομοιόμορφος εντοπιστής πόρου
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
- ομοιόμορφος εντοπιστής πόρου < → δείτε τις λέξεις ομοιόμορφος, εντοπιστής και πόρος < (μεταφραστικό δάνειο) αγγλική Κατηγορία:Μεταφραστικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά) Uniform Resource Locator
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#υοροπσητσιποτνεσοφρομοιομο
ομοιόμορφος εντοπιστής πόρου
Αναφορές
- ↑ από αναζήτηση στη Βάση Τηλεπικοινωνιακών Όρων TELETERM από τη Μόνιμη Ομάδα Τηλεπικοινωνιακής Ορολογίας (ΜΟΤΟ), τον ΟΤΕ, τον ΕΛΟΤ και τον ΕΛΕΤΟ.