ονομαστική εορτή
Νέα ελληνικά (el)
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | ονομαστική εορτή | οι | ονομαστικές εορτές |
| γενική | της | ονομαστικής εορτής | των | ονομαστικών εορτών |
| αιτιατική | την | ονομαστική εορτή | τις | ονομαστικές εορτές |
| κλητική | ονομαστική εορτή | ονομαστικές εορτές | ||
| Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
- ονομαστική εορτή < Μαρτυρείται τουλάχιστον από τα τέλη του 19ου αιώνα στην καθαρεύουσα.
Προφορά
- ΔΦΑ : /o.no.ma.stiˈci e.oɾˈti/Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ο‐νο‐μα‐στι‐κή ε‐ορ‐τή
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ητροεηκιτσαμονο
ονομαστική εορτή θηλυκό
- η ημέρα κατά την οποία η Εκκλησία τιμά την μνήμη ενός Αγίου και γιορτάζουν όσοι φέρουν το όνομά του· κατ’ επέκταση η ετήσια γιορτή του ονόματος ενός προσώπου
Πότε έχεις την ονομαστική σου γιορτή;- ※ Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (καθαρεύουσα) Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα) 1893 Λογοδοσία Παναχαϊκοῦ Γ. Σ. 1893
- Ὁ ζῆλος μεθ' οὗ ἐκτελεῖ τὸ ἀνατεθὲν αὐτῷ εὐγενὲς ἀλλὰ λίαν ἐπίπονον ἔργον ὁ κ. Μπίτσης, ὑπερηκόντισε τὰς προσδοκίας ἁπάντων ἡμῶν· διότι ἐνῷ εἶναι ὑπόχρεος νὰ διδάσκῃ ἐπὶ δύο μόνον καθ' ἑκάστην ὥρας, κατὰ τὰς ἐργασίμους ἡμέρας, οὐ μόνον ὑπερδιπλάσιον χρόνον εἰς τὴν διαδασκαλίαν καταναλίσκει, ἀλλὰ καὶ οὐδεμίαν ἐξαίρεσιν ποιεῖται μεταξὺ ἐργασίμων ἡμερῶν καὶ ἑορτῶν, μὴ ἀργήσας οὐδὲ κατὰ τὴν ἡμέραν τῆς ὀνομαστικῆς αὐτοῦ ἑορτῆς.
Άλλες μορφές
Μεταφράσεις
Πηγές
- ονομαστικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ονομαστικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα) Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)#ητροεηκιτσαμονο
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)
Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Κλίση θηλυκών πολυλεκτικών όρων (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
Κατηγορία:Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (καθαρεύουσα)
Κατηγορία:Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Νέα ελληνικά
Κατηγορία:Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
Κατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)