οροθετική γραμμή
Νέα ελληνικά (el)
Ετυμολογία
Πολυλεκτικός όροςΚατηγορία:Νέα ελληνικάΚατηγορία:Πολυλεκτικοί όροι (νέα ελληνικά)Κατηγορία:Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)#ημμαργηκιτεθορο
οροθετική γραμμή θηλυκό
- (νομικός όρος)Κατηγορία:Νομικοί όροι (νέα ελληνικά): η γραμμή που διαχωρίζει δύο γειτονικές χώρες, αυτή μπορεί να είναι φυσική ή τεχνική
Συνώνυμα
Μεταφράσεις
οροθετική γραμμή
|
|